Μπρουσιόβας: «Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αρκετά βήματα προόδου στην ΕΚΑΣΔΥΜ»

 

Ο πρόεδρος της ΕΚΑΣΔΥΜ, Σωκράτης Μπρουσιόβας, «φιλοξενήθηκε» στην εκπομπή «Κάθε πόλη μια μπασκέτα» του ΕΟΚ WebRadio με τον Αργύρη Παγαρτάνη και μίλησε για τα ζητήματα που απασχολούν την ένωσή του. Αναλυτικά είπε:

 

Για τις ιδιαιτερότητες της ΕΚΑΣΔΥΜ και τις δυσκολίες των μετακινήσεων:

 

«Κάθε περιοχή έχει τις ιδιαιτερότητές της. Η Δυτική Μακεδονία είναι μια ιδιαίτερη περιφέρεια, αντιμετωπίζει διάφορες προκλήσεις και όλα αυτά δε μπορούν να μην επηρεάζουν και τον αθλητισμό. Τον χειμώνα, οι αποστάσεις είναι τόσο μεγάλες και οι συνθήκες τόσο δύσκολες, που κι εμείς καμιά φορά νιώθουμε σαν να είμαστε σε νησιωτική περιφέρεια».

 

Για τη νέα σεζόν, την πρόοδο των πρωταθλημάτων και την προσέλκυση των παιδιών στο γήπεδο:

 

«Κάθε νέα σεζόν την ξεκινάμε με αισιοδοξία και καλή διάθεση για να οργανώσουμε τα πρωταθλήματά μας. Είμαστε πολύ χαρούμενοι, γιατί βλέπουμε μεγάλη διάθεση κυρίως από τα παιδιά, αλλά και από τις ομάδες, που δείχνουν ιδιαίτερο ζήλο. Θεωρούμε ότι τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει αρκετά βήματα προόδου, σε συνεργασία και με την Ομοσπονδία. Όλες αυτές οι αλλαγές που βλέπουμε, καθώς και η ψηφιοποίηση των πρωταθλημάτων, δίνουν στα παιδιά μεγαλύτερη διάθεση και τα βοηθούν ν’ απολαμβάνουν περισσότερο αυτό που κάνουν. Η φιλοσοφία μας είναι να φέρουμε τα παιδιά στο γήπεδο. Γι’ αυτό προσπαθούμε και ως Ένωση, μέσα από τις ιστοσελίδες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσής μας, να προσαρμοστούμε στις απαιτήσεις της εποχής για να γίνουμε και πιο ελκυστικοί στους νέους».

 

Για τον διαχωρισμό των ομάδων βάσει δυναμικότητας και τη στήριξη των μικρών σωματείων:

 

«Ειδικά σε κατηγορίες όπως οι παίδες και οι κορασίδες, καταλαβαίνουμε ότι μια ομάδα μπορεί να έχει μικρότερα παιδιά και μια άλλη πιο προχωρημένα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να γίνονται παιχνίδια που έληγαν με πολύ μεγάλες διαφορές. Θεωρήσαμε ότι αυτό δεν έκανε καλό ούτε στα παιδιά που κέρδιζαν ούτε σ’ εκείνα που έχαναν. Έτσι, πήραμε την απόφαση να κάνουμε έναν διαχωρισμό κυρίως με βάση τη δυναμικότητα και όχι τόσο με γεωγραφικά κριτήρια, όπως γινόταν μέχρι τώρα. Θέλαμε οι ομάδες με τα πιο προχωρημένα παιδιά να παίζουν πιο ανταγωνιστικά παιχνίδια μεταξύ τους και το ίδιο να συμβαίνει με τα παιδιά που είναι μικρότερα ή δεν είναι τόσο προχωρημένα. Διαπιστώσαμε ότι οι μέσες διαφορές μειώθηκαν αισθητά και αυτό έκανε τα παιδιά πιο χαρούμενα, τους έδωσε μεγαλύτερη διάθεση και τα βοήθησε να ευχαριστιούνται περισσότερο τα παιχνίδια. Αυτό είναι και το ζητούμενο. Γι’ αυτό βρισκόμαστε εδώ, για να κάνουμε τα παιδιά χαρούμενα και να τα φέρνουμε στο γήπεδο, ώστε να περνούν δημιουργικά τον χρόνο τους. Με την ίδια αγάπη που βοηθάμε τις ομάδες που θέλουν ν’ αναδειχθούν, να κάνουν καλύτερη προπόνηση και, γιατί όχι, να διεκδικήσουν τις πιθανότητές τους στα προκριματικά των πανελλήνιων πρωταθλημάτων ή στην τελική τους φάση, θέλουμε να βοηθήσουμε και το παιδί που βρίσκεται στο χωριό, στη μικρή ομάδα, στο σωματείο των δώδεκα παιδιών. Θέλουμε αυτό το σωματείο να συνεχίσει να υπάρχει, να προσφέρει στα παιδιά, να έχει μέλλον και να νιώθει ότι είναι ισότιμο μέλος σε όλο αυτό που κάνουμε».

 

Για την ανάγκη διατήρησης των σωματείων στην περιφέρεια και τον κοινωνικό ρόλο του αθλητισμού:

 

«Θεωρούμε ότι οι υποδομές μιας μόνο πόλης, όπως η Κοζάνη που είναι και η πρωτεύουσα της Δυτικής Μακεδονίας, δε μπορούν να καλύψουν όλα τα παιδιά της περιφέρειας. Υπάρχει όριο στον αριθμό των παιδιών που μπορούν να “απορροφηθούν”, καθώς τα γήπεδα και οι διαθέσιμες ώρες είναι συγκεκριμένα. Αν λοιπόν, δεν κρατήσουμε ζωντανούς αυτούς τους πυρήνες, τα μικρά σωματεία στην επαρχία και στα χωριά, αυτά τα παιδιά θα πάνε σπίτι τους. Αυτό είναι κάτι που δε μπορούμε να επιτρέψουμε. Πρώτον, γιατί κανείς δε μπορεί να γνωρίζει από πού θα προκύψει ο επόμενος επαγγελματίας μπασκετμπολίστας. Δεύτερον και κυριότερο, γιατί οφείλουμε να βοηθήσουμε αυτά τα παιδιά όχι μόνο ν’ αθληθούν, αλλά και να κοινωνικοποιηθούν και να ψυχαγωγηθούν. Δεν παίζουν όλα τα παιδιά μπάσκετ για να πάρουν το πρωτάθλημα, παίζουν και για να περάσουν καλά».

 

Για τις ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού και το γραφειοκρατικό κόστος για τα σωματεία:

 

«Έχουμε πρόβλημα έλλειψης όχι μόνο αθλητών, αλλά και γονέων που θα μπορούσαν να γίνουν παράγοντες, καθώς και διαιτητών και κριτών. Το πρόβλημα είναι τεράστιο. Φέτος μόνο, τέσσερις διαιτητές έφυγαν από την Ένωσή μας. Παράλληλα, έχουν προκύψει σημαντικά γραφειοκρατικά ζητήματα. Τα τελευταία δύο χρόνια, μέσω του μητρώου, γίνεται μια προσπάθεια ταξινόμησης και ελέγχου των σωματείων. Προφανώς συμφωνούμε να υπάρχει έλεγχος στα πάντα, αλλά αυτή η διαδικασία αρχίζει να γίνεται “ασφυκτική” για τις διοικήσεις. Η ΕΚΑΣΔΥΜ έχει σωματεία που μπορεί να αριθμούν μόλις δώδεκα παιδιά. Όταν μιλάμε για τόσο μικρές ακαδημίες, μιλάμε και για πολύ περιορισμένα έσοδα, τα οποία μετά βίας καλύπτουν τα έξοδα. Όταν ένα σωματείο πρέπει να επανεγγράφεται κάθε χρόνο στο μητρώο, χρειάζεται να συγκεντρώνει κάποια στοιχεία και να διαθέτει επιπλέον γνώσεις. Έτσι, αναθέτουμε αυτές τις διαδικασίες σε ειδικούς. Αυτό το ετήσιο κόστος, αλλά και η χρονοβόρα διαδικασία που απαιτεί προσθέτοντας άγχος, πολλές φορές λειτουργεί ανασταλτικά για κάποιον που θέλει ν’ ασχοληθεί διοικητικά».

 

Για τα αιτήματα προς την Πολιτεία σχετικά με το μητρώο, τους προπονητές και τις σχολές προπονητών:

 

«Γι’ αυτά τα ζητήματα εμείς ως ΕΚΑΣΔΥΜ έχουμε συντάξει ένα έγγραφο πρόσκλησης σε διάλογο προς τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού και τον υφυπουργό, κύριο Βρούτση. Το έχουν υπογράψει όλες οι ομάδες της Ένωσης και έχουμε επεκτείνει την πρωτοβουλία και σε συλλόγους άλλων αθλημάτων. Ζητάμε να υπάρξει μέριμνα. Το ψήφισμα είναι σχεδόν έτοιμο και θα περιλαμβάνει όσα προανέφερα. Το πρώτο αίτημα είναι να μη χρειάζεται μια ομάδα να επανεγγράφεται στο μητρώο κάθε χρόνο, αλλά κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια, για παράδειγμα, μαζί με τις εκλογές των σωματείων, που γίνονται κάθε τρία χρόνια. Έτσι θα αποφεύγονται τα περιττά έξοδα και ο κόπος κάθε χρονιάς. Το δεύτερο που θα μας βοηθούσε πολύ αφορά την πρόσληψη και την ελάχιστη αμοιβή των προπονητών. Υπάρχουν περιοχές που ψάχνουν αγωνιωδώς προπονητή. Θα θέλαμε, όπως υπάρχουν γονείς που προσφέρουν εθελοντικά στη διοίκηση και στις μεταφορές, να δοθεί η δυνατότητα και σε κάποιον να θέλει να προσφέρει εθελοντικά ως προπονητής, σε πολύ μικρές περιοχές με λίγα παιδιά. Ή, αν μια ομάδα έχει δώδεκα παιδιά και θέλει να κάνει δύο δίωρες προπονήσεις την εβδομάδα, γιατί η ελάχιστη αμοιβή να είναι 250 ευρώ και να μην υπολογίζεται με βάση τις ώρες που χρειάζεται τον προπονητή ο σύλλογος;

Δε θέλουμε να υπάρξει ανομία ή να μην υπάρχει έλεγχος. Θέλουμε απλώς να γίνει κατανοητό ότι το νομοθετικό πλαίσιο δε μπορεί να είναι ίδιο για την Αθήνα και τα Γρεβενά, για την ακαδημία των 2.000 παιδιών και εκείνη των 12 παιδιών. Αν θέλουμε όλα τα παιδιά να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες, θα πρέπει το πλαίσιο να προσαρμόζεται στις ανάγκες τους. Έχουμε το παράδοξο να προσπαθούμε να φέρουμε παιδιά στο γήπεδο, αλλά να βρισκόμαστε στη δυσάρεστη θέση, σε ορισμένες περιπτώσεις, να μην έχουμε γήπεδα, προπονητές ή και σωματεία. Το σημαντικό είναι τα παιδιά να έρχονται στο γήπεδο και να παίζουν. Το τρίτο αίτημά μας είναι να διοργανωθούν άμεσα σχολές προπονητών στην περιοχή και να λειτουργούν σε τακτική βάση, ώστε να μπορούν να καλυφθούν οι ανάγκες που έχουμε σ’ αυτό το θέμα, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να γίνουν προπονητές και δεν έχουν τη δυνατότητα».

 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια