Συνέντευξη στο https://www.basket.gr/e-magazine της ΕΟΚ και στην Έλενα Βογιατζή παραχώρησε ο Γιώργος Παυλίδης στην οποία αναφέρει τα εξής:
Πόσο δύσκολο είναι άραγε
για έναν επαγγελματία παίκτη να προσαρμοστεί μετά το τέλος της καριέρας του σε
μία μη αθλητική ζωή; Να αφήσει τη φανέλα, το tape, τα παπούτσια του;
Για τον Γιώργο Παυλίδη,
βετεράνο καλαθοσφαιριστή, η απόφαση να γράψει προς τα τέλη της δεκαετίας του
2000 τους τίτλους τέλους στην καριέρα του ήταν εύκολη, όπως εύκολη ήταν και η
μετάβασή του σε μια «δεύτερη» ζωή.
Αυτή που ζει σήμερα ως
Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Γεροντολογίας (μελετά την ενήλικη ανάπτυξη των
ανθρώπων από την ηλικία των 20 χρόνων και μετά εστιάζοντας περισσότερο στα
άτομα άνω των 50 ετών) και καθηγητής στο Linkoping University στη Σουηδία.
Ο πρώην παίκτης που φόρεσε
τις φανέλες των ομάδων του Αμαρουσίου, της Νήαρ Ηστ, του Ηρακλή, της Λάρισας
και αγωνίστηκε στο ισπανικό πρωτάθλημα με την Μπρουέσα και τη Βαγιαδολίδ,
μίλησε στο EOK e-magazine για την αγάπη που είχε για το μπάσκετ, για εκείνα που
κράτησε κι αυτά που άφησε πίσω του μετά από 13 χρόνια επιτυχημένης
επαγγελματικής πορείας στον αθλητισμό, αλλά και τον λόγο που τον ώθησε να
ασχοληθεί με την Ψυχολογία.
-Τα τρία τελευταία χρόνια εργάζεσαι στη Σουηδία. Ήταν
δύσκολη η απόφαση να φύγεις στο εξωτερικό;
«Όχι. Ως επαγγελματική
απόφαση δεν ήταν πολύ δύσκολη. Ήταν πολύ καλή γιατί άνοιξαν οι ορίζοντες και η
επιθυμία να έχω μια δουλειά με καλύτερες εργασιακές συνθήκες και δίκαιες
απολαβές. Το δύσκολο είναι ότι… ξεβολεύεσαι λίγο.
Φεύγεις από το σπίτι σου
τους φίλους σου και την οικογένειά σου και πηγαίνεις κάπου μακριά».
– Λίγο μετά το τέλος της μπασκετικής καριέρας σου
άρχισες τις σπουδές σου. Πότε μπήκε στο μυαλό σου το dual career (διπλή
καριέρα); Την περίοδο που αγωνιζόσουν, οι περισσότεροι αθλητές δεν εξέταζαν
αυτή την προοπτική τόσο όσο στην τωρινή εποχή.
«Ναι, αυτό είναι η
αλήθεια. Το dual career δεν το ήξερα καν ως όρο τότε. Ήμουν τυχερός γιατί την
περίοδο που έπαιζα μπάσκετ ανέπτυξα μια δεύτερη αγάπη και αυτή ήταν η
ψυχολογία. Την είχα αποκτήσει διαβάζοντας βιβλία. Είμαι από εκείνους που δεν
ζαλίζονται όταν διαβάζουν σε λεωφορεία, αεροπλάνα, τρένα…
Κι επειδή εμείς, ως
επαγγελματίες αθλητές, ταξιδεύαμε πάρα πολύ είχα αρκετό χρόνο για να διαβάζω.
Κάπως έτσι “έπεσαν” στα χέρια μου κάποια βιβλία κι άρχισε η αγάπη μου για την
ψυχολογία. Στην πορεία, άρχισε να γίνεται έντονο το ερώτημά μου τι θα έκανα
μετά το μπάσκετ. Το ερώτημα, μάλιστα, έγινε πολύ πιο έντονο από δύο πράγματα.
Το πρώτο ήταν ότι άρχισα
να καταλαβαίνω ότι ο επαγγελματικός αθλητισμός δεν ήταν 100% αυτό που
ονειρευόμουν. Γιατί εγώ αυτό που ονειρευόμουν ήταν ένας χώρος ο οποίος
διέπεται, από το Α έως το Ω, από ιδεολογίες ήθους και τιμής και, κάπου στα 24
χρόνια μου, κατάλαβα ότι αυτό δεν συμβαίνει.
Το δεύτερο ήταν ο
τραυματισμός που είχα στη μέση. Μ’ έκανε να καταλάβω ότι δεν θα παίζω για πάντα
μπάσκετ και ότι ήταν πολύ επισφαλές αυτό που έκανα.
Οι ομάδες ουσιαστικά έχουν
το άμεσο συμφέρον να είσαι στο γήπεδο και να παίζεις πονάς δεν πονάς, κάνει ή
δεν κάνει κακό στην υγεία σου, κάτι το οποίο ορισμένες φορές έρχεται σε
αντίθεση με τα συμφέροντα που έχεις εσύ ως άνθρωπος στο να μείνεις υγιής μετά
τον αθλητισμό ή μετά την χρονιά που θα βρίσκεσαι σε μια συγκεκριμένη ομάδα
ομάδα.
Αυτά λοιπόν με ώθησαν να
σκέφτομαι έντονα τι θα κάνω μετά το μπάσκετ.
Σκεφτόμουν να κάνω κάτι
που θα με “γέμιζε”. Κι επειδή αγαπούσα την ψυχολογία, αποφάσισα ότι η τελευταία
μέρα μου ως αθλητής θα ήταν η πρώτη μου ως φοιτητής. Στα 26 μου πήρα την
απόφαση, στα 28 την εδραίωσα και στα 31 βρήκα το κουράγιο να το κάνω».
– Τι είναι αυτό που σου έχει μείνει μέχρι σήμερα από
την επαγγελματική πορεία σου ως παίκτης;
«Το να παίξω επαγγελματικά
ήταν ένα παιδικό όνειρο και το κατέκτησα. Βέβαια, είχα λίγο πιο ταπεινά όνειρα
από αυτά που τελικά κατάφερα. Εγώ ήθελα απλώς να συμμετέχω στο μπάσκετ. Στο
τέλος κατάφερα να μείνω στο χώρο δεκατρία χρόνια!
Οι σχέσεις που αναπτύσσεις
με κάποιους ανθρώπους μέσα στο μπάσκετ, είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο. Μπορεί να
μην έχεις με όλους δυνατές σχέσεις ή σχέσεις αγάπης, αλλά με αυτούς που έχεις,
μένουν για μια ζωή!
Από ‘κει και πέρα, ο
επαγγελματικός αθλητισμός μού έδωσε πολλά μαθήματα που μπορείς να τα
χαρακτηρίσεις, ως “hard love”! Σκληρή
αγάπη!
Αυτό έχει να κάνει με το
γεγονός ότι όταν βρίσκεσαι σε μια ομάδα, αθλητική ή όχι, είναι πάρα πολύ
σημαντικό οι σχέσεις μέσα σ’ αυτή να διέπονται από επαγγελματισμό. Κατά κανόνα,
στις πιο πολλές ομάδες στις οποίες έπαιξα, δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Γι’ αυτό
το ονομάζω ως μάθημα σκληρής αγάπης.
Ήταν αρκετά σημαντικό ότι
από μικρή ηλικία άρχισα να μαθαίνω ότι η δουλειά είναι δουλειά και η προσωπική
ζωή είναι προσωπική ζωή. Κι όταν μιλάμε για επαγγελματικό αθλητισμό, είναι καλό
αυτά τα δύο να τα διαχωρίζουμε».
– Δεκατρία χρόνια, λοιπόν, επαγγελματικού μπάσκετ. Τι
έχεις αφήσει στη άκρη και ποια είναι αυτά που κρατάς;
«Σίγουρα, η περίοδος των
τραυματισμών δεν ήταν το πιο ωραίο κομμάτι όσο ήμουν επαγγελματίας αθλητής.
Επίσης, δεν μου άρεσε η εφήμερη αγάπη των φιλάθλων. Αυτό που από τη μία είσαι
το αγαπημένο τους παιδί, κι όταν σε βλέπουν σε άλλη ομάδα, είσαι αυτός που σε
χλευάζουν, για να το πω πιο ευγενικά. Επίσης δεν ήταν ωραίο η έλλειψη
επαγγελματισμού.
Προσωπικά είμαι πολύ
απαιτητικός από τον αθλητικό χώρο. Επειδή, πάνω στο πνεύμα του ολυμπισμού και
του αθλητισμού χτίζουμε πράγματα τα οποία, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουμε,
χτίζονται πάνω σε ιδεώδη, ούτε αυτά βλέπω να διέπονται στον επαγγελματικό
αθλητισμό. Αυτά είναι τα πράγματα που αφήνω πίσω και δε θέλω να συναντήσω
ξανά».
– Με βάση τις σπουδές σου στη Ψυχολογία, βλέποντας πια
τα πράγματα από απόσταση, υπάρχουν καταστάσεις τις οποίες έζησες και σήμερα
εξετάζοντας τις ξανά αναρωτιέσαι αν τις διαχειρίστηκες σωστά ή αν θα μπορούσες
να τις διαχειριστείς με διαφορετικό τρόπο;
«Έκανα αρκετά λάθη. Πολλά
λάθη και πολλά πράγματα θα μπορούσα να τα είχα διαχειριστεί πολύ καλύτερα.
Μετά από τόσα χρόνια,
βλέποντας πλέον και τα πράγματα από μακριά λέω πώς ωραίο θα ήταν να αγχωνόμουν
και να θύμωνα λιγότερο, γιατί έτσι θα απολάμβανα το ταξίδι στον χώρο του
μπάσκετ περισσότερο. Αυτό είναι κάτι το οποίο αφορά και τα δεκατρία χρόνια στα
οποία ήμουν επαγγελματίας αθλητής».
– Δεν απόλαυσες δηλαδή τη διαδρομή σου όσο θα ήθελες;
«Σκεπτόμενος σήμερα τα
πράγματα, βλέπω ότι το μπάσκετ είναι ένα παιχνίδι στο οποίο η έκβαση του δεν
είναι ελεγχόμενη, αλλά έχουμε την απαίτηση ότι πρέπει να το ελέγχουμε εκατό
τοις εκατό και πρέπει να εγγυηθούμε ένα αποτέλεσμα.
Αυτός είναι ένας μη
ρεαλιστικός στόχος που θέτουμε σε αθλητές, προπονητές και διοικήσεις και πολλές
φορές δημιουργεί ένταση, άγχος, απογοήτευση.
Την περίοδο όπου
αγωνιζόμουν, δεν είχα την ωριμότητα να σκεφτώ ότι το μπάσκετ ήταν απλώς ένα
παιχνίδι. Σκεφτόμουν ότι ήταν καθήκον μου να κερδίζω ή να παραδώσω κάτι στην
ομάδα ή στον προπονητή.
Δεν είχα την ωριμότητα να
σκεφτώ ότι η απόδοσή μου επηρεάζεται ή σχετίζεται σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό με
την απόδοση των υπολοίπων. Αν υπάρχει χημεία, αν αλληλεπιδρούμε με τους
υπόλοιπους….
Πάντα θεωρούσα ότι ήταν
δικό μου καθήκον να παραδώσω αυτό το οποίο περίμεναν. Λάθος μου!».
«Οι αθλητές δεν είναι υπέρ-άνθρωποι»
– Ωστόσο οι απαιτήσεις
που υπάρχουν από τους επαγγελματίες αθλητές πάντα παραμένουν υψηλές.
Εξετάζοντάς το από την πλευρά της Ψυχολογίας, πώς μπορεί κάποιος να
διαχειριστεί αυτή την πίεση;
«Οι ψυχολόγοι θα μπορούσαν
να βοηθήσουν τους αθλητές αν ο κάθε ένας πήγαινε ξεχωριστά να ζητήσει
συμβουλευτική ή να κάνει ψυχοθεραπεία. Η
λέξη ψυχοθεραπεία ίσως σε κάποιους να ακούγεται λίγο βαριά, αλλά δεν είναι. Το
να κάνει κάποιος ψυχοθεραπεία δεν σημαίνει ότι συμβαίνει κάτι στραβό με τον
εαυτό του, ή ότι πάσχει από κατάθλιψη ή κάποια άλλη αγχώδη διαταραχή. Σημαίνει
απλώς ότι πηγαίνει σ’ έναν άνθρωπο και του μιλά για ‘κείνα που τον απασχολούν.
Πιστεύω ότι θα βοηθούσε
πάρα πολύ κάθε αθλητή και αθλήτρια αν το έκανε. Όπως επίσης ένας ψυχολόγος θα
μπορούσε να βοηθήσει πάρα πολύ και τα μέλη της οικογένειας του αθλητή ή της
αθλήτριας. Γιατί κι αυτοί έχουν ένα τύπο ζωής που έχει πάρα πολλές μετακινήσεις
σε πολύ διαφορετικές χώρες και πολλές φορές σε πολύ διαφορετικές πόλεις κάτι το
οποίο είναι στρεσογόνο».
– Είναι εύκολο από την πλευρά ενός αθλητή να
παραδεχτεί ότι υπάρχουν κάποιες καταστάσεις για τις οποίες χρειάζεται τη
βοήθεια ενός ειδικού προκειμένου να καταφέρει να τις διαχειριστεί;
«Πλέον πάρα πολλοί αθλητές
βγαίνουν και λένε ανοιχτά ότι “παλεύουν” χρόνια με την κατάθλιψη ή με την
αγχώδη διαταραχή – κι ας έχουν 11 Ολυμπιακά μετάλλια.
Αυτό είναι καλό γιατί
γίνεται κατανοητό ότι οι αθλητές δεν είναι υπέρ-άνθρωποι. Όπως όλοι, έτσι κι
εκείνοι, μπορούν να ζητούν βοήθεια όταν αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής
υγείας. Είναι πολύ σημαντικό αυτό.
Βέβαια, όσο πάμε σ’ αυτό
που λέμε “masculinity” (ανδρικές) κουλτούρες, τόσο πιο δύσκολο είναι για έναν
άνδρα αθλητή να παραδεχτεί φόβο, κατάθλιψη, άγχος ή συναφείς διαταραχές, ενώ
υπάρχει κι ένας αριθμός αθλητών και αθλητριών που υποφέρουν σιωπηρά γιατί είναι
γκέι, θέμα το οποίο είναι ταμπού στους
πιο πολλούς αθλητικούς χώρους. Τελευταία, βέβαια, παρατηρώ ότι έχουν αρχίσει να
αλλάζουν κάποια πράγματα και σ΄αυτό το θέμα».
– Ποια είναι σήμερα η δική σου σχέση με το μπάσκετ; Το
παρακολουθείς ή έχεις αποστασιοποιηθεί;
«Κάποια στιγμή είχα
αποστασιοποιηθεί αλλά μετά ξεκίνησα ξανά να βλέπω και να παίζω. Εδώ στη Σουηδία
μάλιστα έκανα προπόνηση σε μικρά παιδιά για δύο χρόνια. Ωστόσο, η αλήθεια είναι
ότι … παλεύω λίγο με τον χρόνο. Βρίσκομαι σε μια περίοδο της ζωής μου που νιώθω
ότι δεν μου φτάνουν οι επτά μέρες της εβδομάδας ούτε οι εικοσιτέσσερις ώρες που
έχει κάθε μέρα».
– Στον λίγο χρόνο που έχεις για να παρακολουθήσεις, τι
βλέπεις;
«Βλέπω κυρίως τις εθνικές
ομάδες και τους τελικούς της Ευρωλίγκα».
-Και ποια είναι η εικόνα που έχεις για την Εθνική μας
ομάδα ενόψει και της συμμετοχής της στο Παγκόσμιο Κύπελλο;
«Εγώ την Εθνική ομάδα την
αγαπάω! Και είμαι σίγουρος ότι θα μου δώσει αυτό που θέλω: θα τη δω να παίζει
μπάσκετ. Μου είναι παγερά αδιάφορο αν θα προχωρήσει ή όχι, αν νικήσει ή όχι.
Είτε πάει καλά, είτε όχι, για μένα θα είναι ευπρόσδεκτο. Η Εθνική ομάδα είναι η
αγαπημένη ομάδα όλων και η δική μου αγάπη προς αυτήν δεν εξαρτάται από την
επιτυχία της. Αυτό είναι κάτι που μέσα μου νομίζω πως δεν θα αλλάξει ποτέ!».























0 Σχόλια