Η Ελενα Βογιατζή, γράφει
στο 12ο τεύχος του e-magazine της Ομοσπονδίας (https://www.basket.gr/e-magazine/):
Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές
λέει ότι ο καθένας από εμάς, έχει τρεις ζωές. Μία δημόσια, μία προσωπική και
μία μυστική.
Στην περίπτωση της
πρωταγωνίστριας της θεατρικής παράστασης «Τέλειοι Ξένοι»*, Κατερίνας Μισχιρόνη,
η «δημόσια» είναι αυτή που βλέπουμε μέσα από τη δουλειά της στην υποκριτική, η
«προσωπική», παραμένει αυστηρά προσωπική και η «μυστική», αν μπορεί να θεωρηθεί
μυστική, είναι η αγάπη της για το μπάσκετ και τον αθλητισμό.
Μια αγάπη που έγινε γνωστή
από τη συμμετοχή της στο Hoop Cities, το ντοκιμαντέρ του ΝΒΑ Europe όπου
παρουσιάζονται οκτώ Ευρωπαϊκές πόλεις οι οποίες είναι συνδεδεμένες με το
μπάσκετ. Μία εξ αυτών είναι και η Θεσσαλονίκη.
Και η Κατερίνα, που είναι
γέννημα-θρέμμα Σαλονικιά, ήταν σχεδόν αδύνατον να μείνει ανεπηρέαστη απ’ την
«μπασκετική αύρα» της πόλης , παρά το γεγονός ότι στην παιδική της ηλικία
προτιμούσε το ποδόσφαιρο με τα αγόρια στο σχολείο και το τρέξιμο στο στίβο.
Σήμερα, δηλώνει πιστή
φίλαθλος του μπάσκετ, παρακολουθεί το ελληνικό πρωτάθλημα και αγώνες του ΝΒΑ,
θαυμάζει τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, βλέπει βίντεο με παιχνίδια της ομάδας του
Λούκα Ντόντσιτς και δηλώνει εντυπωσιασμένη από το next big thing του παγκοσμίου
μπάσκετ, Βικτόρ Γουεμπανιάμα.
Γενικότερα, ποια είναι η σχέση σας με τον αθλητισμό;
«Ως άνθρωπος είμαι πολύ
δραστήριος. Αγαπώ πολύ την κίνηση η οποία είναι και αυτή ένα κομμάτι του
αθλητισμού.
«Όταν ήμουν σχολείο έπαιζα
ποδόσφαιρο με τα αγόρια. Ήμουν στη θέση του τερματοφύλακα. Το λάτρευα. Όπως
επίσης λάτρευα και το τρέξιμο. Κάποια στιγμή ασχολήθηκα και με τον στίβο, όμως,
εντελώς ερασιτεχνικά. Έτρεχα πολύ γρήγορα και περνούσα όλα τα αγόρια στο σχολείο.
Αυτό μου έδινε και κάποιο…κύρος (γελάει). Μετά στη ζωή μου μπήκε και το μπάσκετ
το οποίο αγάπησα εξίσου».
Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε σε μία πόλη όπου, κυρίως τη
δεκαετία του 80’, το μπάσκετ ήταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των φιλάθλων.
Τι θυμάστε πιο έντονα από εκείνη την περίοδο;
«Εκείνο που θυμάμαι είναι
τις φορές που πηγαίναμε με τον πατέρα μου στο γήπεδο. Πηγαίναμε αρκετά συχνά.
Μου φαινόταν πολύ διασκεδαστικό. Ήταν και εορταστικό το κλίμα. Έτσι το ‘χω
καταγεγραμμένο στο μυαλό μου.
»Επίσης θυμάμαι πόσο
μεγάλη εντύπωση μου έκαναν οι αθλητές. Στο ποδόσφαιρο αλλά ειδικά στο μπάσκετ,
εντυπωσιαζόμουν και εξακολουθώ να εντυπωσιάζομαι τρομερά από τις ικανότητές
τους. Τις αθλητικές αλλά και τις στρατηγικές.
Όταν ήμουν μικρή και τους
παρακολουθούσα, έβλεπα τον τρόπο με τον οποίον κινούνταν μέσα στο γήπεδο. Ήταν
σαν μία χορογραφία. Σαν κάτι μαγικό.
Ανυπομονούσα κάθε φορά για
την στιγμή που θα με πήγαινε ο πατέρας μου στο γήπεδο».
«Ο Γκάλης, ο Γιαννάκης και ο Φασούλας ήταν σαν
επίγειοι θεοί»
Υπήρχαν και αγαπημένοι παίκτες;
«Εκείνα τα χρόνια όλοι
παρακολουθούσαμε τον Γκάλη, τον Γιαννάκη… Αν και είμαι φίλαθλος του ΠΑΟΚ, αυτοί
οι παίκτες ήταν εξωπραγματικοί. Μου φαίνονταν σαν γίγαντες! Τους έβλεπα σαν
επίγειους θεούς. Και τον Φασούλα επίσης. Στα δικά μου μάτια ήταν σαν
υπερ-ήρωες. Τους θαύμαζα πάρα πολύ».
Δηλαδή παιδί του ’87 κι εσείς…
«Ναι! Δεν θα ξεχάσω ποτέ
την χρονιά που πήρε η Εθνική ομάδα το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Ακόμη θυμάμαι το
βράδυ που ήμασταν στο σπίτι μας στη Θεσσαλονίκη με την οικογένειά μου και
παρακολουθούσαμε το παιχνίδι. Με τη λήξη του αγώνα έγινε “χαμός”! Ο πατέρας μου
πανηγύριζε έξαλλος, εγώ με την αδερφή μου πετούσαμε τα μαξιλάρια, και στα
υπόλοιπα σπίτια, είχαν βγει όλοι στα μπαλκόνια και φώναζαν. Απίστευτες
στιγμές!».
H Θεσσαλονίκη θεωρείται η μητρόπολη του μπάσκετ. Πώς
φαντάζει στα δικά σας μάτια;
«Ως μία πόλη που ήταν
πάντα πολύ φανατική, με την καλή έννοια, με τον αθλητισμό. Μία πόλη που
δικαιωματικά ζει στο ρυθμό του μπάσκετ κι έχει τιμήσει το άθλημα».
Και γι’ αυτόν το λόγο επιλέχθηκε από το NBA Europe για
το ντοκιμαντέρ στο Hoop Cities. Ποιος είναι ο δικός σας ρόλος;
«Ούτε κι εγώ έχω καταλάβει
(γελάει). Εντάξει, αστειεύομαι. Μου έκαναν μία πρόταση από την εταιρεία
παραγωγής το ελculture, τον Πέτρο Αδαμαντίδη και τον Νίκο Βερβερίδη να
συμμετάσχω, γιατί εκτός από τις συνεντεύξεις που έκαναν με τους αθλητές, ήθελαν
να μιλήσουν και με κάποιον που ανήκει στα πολιτιστικά δρώμενα. Ίσως ακουστεί
λίγο αστείο αυτό που θα πω, αλλά είμαι περήφανη για τη συμμετοχή μου σ’ αυτό το
ντοκιμαντέρ. Ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτά που κάνω ως ηθοποιός.
Στο τέλος, βέβαια,
κατέληξα να έχω κατά κάποιο τρόπο το ρόλο της αφηγήτριας. Είπα δηλαδή κάποια
πράγματα για την πόλη δίνοντας ακόμα και…γαστρονομικές συμβουλές στον Γιάννη
Αντετοκούνμπο του οποίου είμαι μεγάλη φαν».
Δηλαδή τι γαστρονομικές συμβουλές του δώσατε;
«Με ρώτησε ο σκηνοθέτης αν
ερχόταν ο Αντετοκούνμπο στη Θεσσαλονίκη πού θα του έλεγα να φάει γιατί ο
Γιάννης αγαπάει το σουβλάκι, και μέσω ενός βίντεο που του έδειξαν, τού είπα δύο
τοπ μέρη που κατά τη γνώμη μου πρέπει να ξέρει.
»Το ένα εξ αυτών είναι η
καντίνα του Θανάση στην Επανομή, όπου έχει φρέσκο ψάρι. Ήταν αρκετά
διασκεδαστικό, γιατί όσο μιλούσα, ο Γιάννης κοιτούσε το βίντεο με απορία και
προσπαθούσε να καταλάβει για ποια καντίνα του έλεγα και σε ποιον Θανάση
αναφερόμουν (γελάει). Ο Αντετοκούνμπο είναι ένα από τα σπουδαιότερα role model
της σύγχρονης κοινωνίας».
Υποστηρίκτρια, λοιπόν, κι εσείς του Αντετοκούνμπο…
«Ναι! Και όχι μόνο για την
παρουσία του ως αθλητής. Εκτιμώ και σέβομαι απεριόριστα το ήθος του. Τον τρόπο
που υπάρχει μέσα στο γήπεδο και το role model στο οποίο έχει αναδειχθεί. Είναι
ένα από τα σπουδαιότερα που υπάρχουν αυτή την στιγμή στην κοινωνία μας.
»Είναι προσγειωμένος…
Ταπεινός. Παρακολουθώντας μάλιστα το Ευρωμπάσκετ, έβλεπα ότι στα παιχνίδια με
την Εθνική όλοι οι αντίπαλοι ήταν γύρω από αυτόν και του “έριχναν ξύλο”.
»Μου έκανε τρομερή
εντύπωση το γεγονός ότι σηκωνόταν ατάραχος. Χωρίς καμία έκφραση στο πρόσωπό
του. Ούτε υποτίμησης, ούτε θυμού, ούτε οργής.
Απλά συνέχιζε. Κοιτούσε το
καλάθι και συνέχιζε στο στόχο του. Μπορεί να ακουστεί αστείο αυτό που θα πω,
αλλά για μένα αυτή η εικόνα του είναι ένα τεράστιο μάθημα.
Πώς ένας άνθρωπος είναι
στοχοπροσηλωμένος με πειθαρχία, κι έχει τη δύναμη να μην ασχολείται με όλο το
θόρυβο που γίνεται γύρω του.
»Αυτό είναι μια σπάνια
πνευματική και ψυχική ικανότητα. Απαιτεί πολύ δυνατό mindset για να το πετύχει
κάποιος. Επίσης, η ταπεινότητά του, ο τρόπος που φέρεται στις νεότερες ηλικίες,
αυτό που διδάσκει στους ανθρώπους αλλά και η ιστορία του, εμένα με συγκινούν
βαθιά».
Τον παρακολουθείται και στο ΝΒΑ;
«Φυσικά! Και εννοείται ότι
είμαι φαν των Μπακς. Από εκεί και πέρα όμως παρακολουθώ κι άλλους παίκτες. Τον
Ντόντσιτς αλλά κι αυτόν τον πανύψηλο με τον οποίο έχουν πάθει όλοι υστερία, τον
Γουεμπανιάμα. Είναι συγκλονιστικός!».
Άρα παρακολουθείτε και αγώνες του ΝΒΑ…
«Θα έλεγα ότι είμαι
“πωρωμένη” με το ΝΒΑ. Έχει παικταράδες, άλλους ρυθμούς, άλλους κανόνες και οι
αγώνες είναι σε άλλο επίπεδο. Μου αρέσει τρομερά. Τρελαίνομαι με την ταχύτητα
και το θέαμα του. Θα ήθελα πάρα πολύ να δω μελλοντικά από κοντά έναν αγώνα.
Είναι μέσα στη λίστα εκείνων που πρέπει να κάνω».
Το διάστημα που εργαστήκατε στο Λος Άντζελες δεν
είχατε την ευκαιρία να το κάνετε;
«Δυστυχώς όχι. Εκείνη την
περίοδο… μ’ έφαγαν τα θέατρα και ο κινηματογράφος (γελάει)».
Εντάξει. Αυτή είναι και η δουλειά σας. Πώς αποφασίσατε
να γίνετε ηθοποιός; Ρωτάω γιατί στο βιογραφικό σας αναγράφεται ότι έχετε
σπουδάσει Ψυχολογία, είστε απόφοιτη της Κρατικής Ορχηστικής Σχολής και έχετε
ασχοληθεί επαγγελματικά με τον Κλασικό Χορό στο Λονδίνο, το Βερολίνο και τις
Η.Π.Α.
«Ναι, ο χορός προηγήθηκε
της υποκριτικής. Νομίζω ότι η μετάβασή μου σε αυτήν ήταν σχεδόν τυχαία. Μέσα
από ένα κάστινγκ που έκανα για μια σειρά εδώ στην Ελλάδα. Σιγά σιγά η
υποκριτική άρχισε να κερδίζει περισσότερο χώρο, αλλά όλα συνδυάζονται. Απλώς τα
τελευταία αρκετά χρόνια δουλεύω αποκλειστικά ως ηθοποιός».
Ποια ήταν η πρώτη σας δουλειά ως ηθοποιός;
«Ήταν σ’ ένα σήριαλ. Το
“Γ4”. Είχα την χαρά να ενσαρκώσω το ρόλο της Μάιρας, σε σκηνοθεσία του
πολυαγαπημένου μου Σέργιου Κωνσταντινίδη».
Αν σας ζητούσε κάποιος να ξεχωρίσετε τους καλύτερους
ρόλους σας, ποιοι θα ήταν αυτοί;
«Τηλεοπτικά νομίζω ότι θα
ξεχώριζα το ρόλο της Ηλέκτρας στο «Νησί» όπως τον έγραψε φυσικά η Μιρέλλα
Παπαοικονόμου, και θεατρικά, το ρόλο της Ερατούς στο έργο “Η αγάπη άργησε μια
μέρα”, σε σκηνοθεσία του Ένκε Φεζολάρι. Αυτοί οι δύο ρόλοι έχουν μια ξεχωριστή
θέση στην καρδιά μου».
Φέτος συμμετέχετε στη θεατρική παράσταση «Τέλειοι
Ξένοι», ένα έργο το οποίο παρουσιάζει με χιουμοριστικό τρόπο θέματα που
απασχολούν την κοινωνία και τους ανθρώπους. Ποια είναι τα μηνύματα που μπορούν
να περάσουν στον θεατή;
«Νομίζω ότι ένα βασικό θέμα που θίγει η συγκεκριμένη παράσταση είναι το κατά πόσο είμαστε ειλικρινείς πρώτα απ’ όλα στον εαυτό μας και έπειτα στις σχέσεις μας.
Επίσης το τι ρόλο παίζει
σήμερα η τεχνολογία στη ζωή μας, καθώς όλοι γνωρίζουμε ότι τα κινητά έχουν
γίνει τα μαύρα κουτιά της ζωής μας, περιέχουν τα πάντα μέσα για εμάς, και
σίγουρα πράγματα που δεν θα θέλαμε να γνωρίζει ο άλλος για εμάς».
*Η παράσταση «Τέλειοι Ξένοι» παίζεται στο Θέατρο Αθηνά
και πρωταγωνιστούν (με αλφαβητική σειρά):
Μυρτώ Αλικάκη, ΝτάνηΓιαννακοπούλου, Πέτρος Λαγούτης, Δημήτρης Λιόλιος, Κατερίνα Μισιχρόνη, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Γιώργος Χρανιώτης και Λυδία Σγουράκη.

















0 Σχόλια