Ο προπονητής της Εθνικής
Γυναικών του Αζερμπαϊτζάν, Ιωάννης Διαμαντάκος, «φιλοξενήθηκε» στην εκπομπή
«Άμεσο Ριπλέι» του ΕΟΚ WebRadio με τους Μενέλαο Σεβαστιάδη και Γιάννη Λαμπίρη
και μίλησε για το νέο πρότζεκτ πάνω στο οποίο θα εργαστεί. Αναλυτικά είπε:
Για την ανάληψη της θέσης στο Αζερμπαϊτζάν και το
πλάνο της συνεργασίας:
«Είχαμε κάνει κάποιες
συζητήσεις με ανθρώπους από την Ομοσπονδία πριν από το καλοκαίρι, αλλά σε
εντελώς φιλολογικό επίπεδο. Όλο αυτό, όμως, προχώρησε πολύ γρήγορα και στις
αρχές Σεπτεμβρίου μου έγινε επίσημα η πρόταση. Είμαι προπονητής της Εθνικής
Γυναικών και παράλληλα Τεχνικός Διευθυντής όλων των μικρών εθνικών ομάδων και
γενικότερα του αναπτυξιακού προγράμματος στο μπάσκετ γυναικών. Έχουμε μια διετή
συμφωνία, με προοπτική επέκτασης σε ορίζοντα πενταετίας. Ο στόχος είναι μέσα
στην πενταετία να έχει αλλάξει εντελώς όψη το μπάσκετ γυναικών και να έχει
φτάσει στο επίπεδο του ανδρικού».
Για τις διαφορές ανάμεσα στο μπάσκετ γυναικών με αυτό
των ανδρών στη χώρα:
«Το μπάσκετ γυναικών είναι
αρκετά πιο πίσω από το ανδρικό σε θέματα ανάδειξης και αξιοποίησης ταλέντων,
επιτυχιών με τις μικρές εθνικές ομάδες, αλλά και σε συλλογικό επίπεδο. Σε
επίπεδο οργάνωσης, όμως, όχι, δε θα το έλεγα».
Για το επίπεδο του περιβάλλοντος στο αζέρικο μπάσκετ:
«Το περιβάλλον είναι άκρως
επαγγελματικό και μπορώ να πω ότι έχω εντυπωσιαστεί από τη δυναμική που
υπάρχει, όχι μόνο από τα χρήματα που δίνονται αυτήν τη στιγμή. Η περσινή
πρωταθλήτρια στους άνδρες, η Σάμπαχ, είχε μπάτζετ 10 εκατομμυρίων ευρώ. Ως
επαγγελματικός προορισμός είναι αρκετά καλός».
Για τους στόχους της Εθνικής Γυναικών:
«Ειδικά στο επίπεδο της
Εθνικής Γυναικών, δεν υπάρχουν αυτήν τη στιγμή συγκεκριμένοι αγωνιστικοί
στόχοι. Έχουν μια πολύ καλή ομάδα στο 3×3, η οποία ίσως βρεθεί στους
Ολυμπιακούς Αγώνες του Λος Άντζελες, ακόμη και με βλέψεις για μετάλλιο. Στο
μπάσκετ “πέντε-εναντίον-πέντε”, όμως, δεν έχουμε σε πρώτη φάση τέτοιους
στόχους. Θέλουμε στο τέλος της πρώτης διετίας να έχουμε αλλάξει πάρα πολλά, να
έχουμε μια εντελώς διαφορετική εικόνα στον τρόπο που λειτουργούμε, να έχει
αυξηθεί ο αριθμός των αθλητριών που έρχονται στο άθλημα και να έχουμε πάει το
μπάσκετ σε κάθε γωνιά της χώρας. Όταν φτιάξουμε όλα αυτά που περιέγραψα,
προφανώς μετά όλοι θα θέλουν και αποτελέσματα».
Για τους συνεργάτες του:
«Οι περισσότεροι είναι
Αζέροι. Ο διευθυντής της Ομοσπονδίας είναι Τούρκος, όπως και ο βοηθός μου στην
Εθνική Γυναικών και ο γυμναστής, ενώ έχουμε και έναν Αμερικανό βοηθό. Τους
συναδέλφους από την Τουρκία τούς βρήκα ήδη εδώ και μ’ έχουν βοηθήσει αρκετά ως
προς το τι πρέπει να κάνω».
Για την ανάπτυξη του αθλήματος στην περιφέρεια:
«Το 70% της δραστηριότητας
συγκεντρώνεται στο Μπακού. Υπάρχει και μία άλλη πόλη που θεωρείται
μπασκετούπολη, αλλά κυρίως αυτές οι δύο πόλεις αποτελούν προς το παρόν το
κέντρο του αθλητισμού. Εμείς τώρα επιχειρούμε να κάνουμε μια περιοδεία με
κλιμάκια σε όλη τη χώρα, ώστε να αρχίσουμε σιγά-σιγά να βάζουμε τις βάσεις και
να δούμε τι μπορούμε να δημιουργήσουμε».
Για τη διάθεση της Κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν να
επενδύσει στο μπάσκετ:
«Θέλουν ν’ αναπτύξουν το
μπασκετικό κομμάτι. Ο πρόεδρος της Ομοσπονδίας είναι παράλληλα και Υπουργός
Παιδείας. Είναι ξεκάθαρο ότι θέλουν να επενδύσουν και στον αθλητισμό. Στη
συνάντηση που κάναμε μιλούσε για 15 λεπτά και ήξερε τα πάντα, ήταν πλήρως ενημερωμένος.
Είχε, μάλιστα, τρομερή διάθεση να δημιουργήσουμε καινούργια πρότζεκτ και να
προχωρήσουμε με πιο γρήγορα βήματα».
Για τις γηπεδικές εγκαταστάσεις:
«Έχουμε λίγα αλλά καλά
γήπεδα προς το παρόν. Βέβαια, στα πλάνα της Κυβέρνησης υπάρχει η προοπτική να δημιουργηθούν
περισσότερα. Έχουμε το Ολυμπιακό γήπεδο, που είναι ολυμπιακών διαστάσεων, καθώς
και το κεντρικό γήπεδο, το “Baku Sports Hall”. Γενικά, έχουμε λίγα και καλά
γήπεδα, αλλά δεν έχουμε τον αριθμό που θα θέλαμε και αυτό είναι κάτι που
θέλουμε να αλλάξουμε».
Για το αν θέλει να παραμείνει σε βάθος χρόνου στο
Αζερμπαϊτζάν:
«Ως πρώτη εντύπωση, το
πρόσημο είναι θετικό. Γενικά, η προοπτική του πρότζεκτ με ιντριγκάρει και θα
ήθελα στο τέλος αυτής της διαδρομής να είμαι εδώ και να χαρούμε τα
αποτελέσματα. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν εξαρτάται μόνο από ‘μένα».
Για τους Έλληνες προπονητές και τη δουλειά στο
εξωτερικό:
«Εμείς οι Έλληνες
προπονητές δε μπορούμε να πούμε “ουδείς προφήτης στον τόπο του”, γιατί μπορούμε
να υπερηφανευτούμε ότι κάποιοι απ’ τους καλύτερους προπονητές στην Ευρώπη είναι
Έλληνες και, μάλιστα, έχουν μεγαλουργήσει στον τόπο τους. Ευτυχώς, υπάρχει ένας
πολύ μεγάλος αριθμός Ελλήνων προπονητών. Για τον καθένα, όμως, δεν αποτελεί
απαραίτητα επιλογή του το πού θα δουλέψει. Ούτε για ‘μένα αποτελούσε εξ αρχής
επιλογή να δουλέψω στη Σαουδική Αραβία, στην Παλαιστίνη ή τώρα στο
Αζερμπαϊτζάν. Ήρθαν οι προτάσεις, τις δέχθηκα και προχώρησα. Δεν εξαρτάται η
δουλειά από εμάς, εμείς εξαρτόμαστε από τη δουλειά και τη ζήτηση που υπάρχει.
Έχει τις δυσκολίες του, αλλά είναι και συναρπαστικό και όμορφο. Το σημαντικό
είναι ότι μέσα από τέτοια πρότζεκτ έχεις την ευκαιρία ν’ αφήσεις ένα αποτύπωμα
πίσω σου και να πεις ότι έκανες κάτι εκεί».






















0 Σχόλια