Ευθύμης Καραγιώργος: «Πέρα από το σκορ»

 

Από τον πρόεδρο του ΑΣ Πρωτέα και υπεύθυνο της συνεργασίας Πρωτέα-Ολύμπου ΕΚΕ, Ευθύμη Καραγιώργο πήραμε και δημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο:

 

«Πόσο κοστίζει τελικά ένα όνειρο; Και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό;

 

Αυτή την εβδομάδα δεν θέλω να μιλήσω για νίκες και ήττες.

 

Δεν θέλω να αναλύσω αποτελέσματα, βαθμολογίες, διαφορές πόντων ή αγωνιστικές εμφανίσεις.

 

Όλα αυτά τα είδαμε. Και θα τα ξαναδούμε.

 

Σήμερα θέλω να μιλήσω για κάτι που με απασχολεί πολύ περισσότερο.

 

Κάτι που, όσο περνούν τα χρόνια και όσο περισσότερο ασχολούμαι με το μπάσκετ, τόσο πιο έντονα συνειδητοποιώ.

 

Ποιος πληρώνει τελικά το μπάσκετ που ονειρευόμαστε;

 

Και ακόμη περισσότερο:

 

Ποιος πληρώνει το τίμημα;

 

Γιατί δεν είναι πάντα το ίδιο πράγμα.

 

Ας ξεκινήσουμε από εμάς. Από εμένα.

 

Έχουμε μάθει να μιλάμε για το τι πρέπει να κάνουν οι αθλητές.

 

Να είναι συνεπείς. Να προπονούνται. Να πειθαρχούν. Να θυσιάζουν προσωπικό χρόνο. Να αγαπούν τη φανέλα. Να βάζουν την ομάδα πάνω από τον εαυτό τους.

 

Έχουμε μάθει να ζητάμε από τους προπονητές αποτελέσματα, ανάπτυξη, υπομονή, διαχείριση χαρακτήρων και καθημερινή δουλειά.

 

Έχουμε μάθει να ζητάμε από τους γονείς να στηρίζουν, να μεταφέρουν, να περιμένουν, να πληρώνουν.

 

Και από εμάς τους παράγοντες;

 

Τι ακριβώς ζητάμε;

 

Θα μιλήσω πρώτα για τον εαυτό μου.

 

Στον Πρωτέα, στον Όλυμπο και στην προσπάθεια που θέλω να αναπτυχθεί στην Αναγέννηση Λιτοχώρου, έχω όνειρα. Μεγάλα όνειρα.

 

Έχω αφιερώσει αμέτρητες ώρες, ενέργεια, σκέψη και σημαντικά προσωπικά χρήματα.

 

Και έχω ακόμη εκείνη την παλιά, καλή τρέλα για το μπάσκετ.

 

Όμως υπάρχει μια αλήθεια που δεν θέλω να κρύψω.

 

Στην οικονομική οργάνωση και στη δημιουργία ενός πραγματικά βιώσιμου μοντέλου λειτουργίας, προσωπικά έχω μείνει πίσω.

 

Όχι επειδή δεν προσπάθησα.

 

Αλλά επειδή, σε μεγάλο βαθμό, συνεχίζω να αντιμετωπίζω τις ανάγκες όπως προκύπτουν.

 

Μια μετακίνηση. Ένας εξοπλισμός. Μια αγωνιστική υποχρέωση. Ένα έξοδο που δεν μπορεί να περιμένει.

 

Και κάπως έτσι, πολλές φορές, ο παράγοντας γίνεται ο άνθρωπος που καλείται να καλύψει την επόμενη τρύπα.

 

Αυτό δεν είναι σύστημα.

 

Και σίγουρα δεν είναι το μέλλον που θέλω.

 

Και τώρα, ας μιλήσουμε για ένα παιδί 18 χρονών.

 

Ένα παιδί που μόλις τελείωσε το σχολείο.

 

Ίσως πέρασε στο πανεπιστήμιο. Ίσως ψάχνει δουλειά. Ίσως θέλει να βοηθήσει

οικονομικά την οικογένειά του.

 

Ίσως απλώς θέλει να βγάλει τα πρώτα δικά του χρήματα.

 

Να αγοράσει κάτι χωρίς να ζητήσει από τους γονείς του.

 

Να αρχίσει να στέκεται στα πόδια του.

 

Οι φίλοι του σπουδάζουν. Άλλοι δουλεύουν. Κάποιοι συνδυάζουν και τα δύο.

 

Και εμείς του λέμε:

 

Έλα τέσσερις ή πέντε φορές την εβδομάδα στο γήπεδο.

 

Να είσαι στην ώρα σου.

 

Να μην απουσιάζεις.

 

Να προσέχεις τη διατροφή σου.

 

Να είσαι διαθέσιμος τα Σαββατοκύριακα.

 

Να ταξιδεύεις τρεις και τέσσερις ώρες για έναν αγώνα και άλλες τόσες για να επιστρέψεις.

 

Να βάζεις το μπάσκετ ψηλά στις προτεραιότητές σου.

 

Και τι του προσφέρουμε πολλές φορές;

 

Πενήντα ευρώ; Εκατό; Ή απολύτως τίποτα;

 

Δεν μιλάω για όλα τα σωματεία και για όλους τους αθλητές. Υπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες και διαφορετικές συμφωνίες.

 

Αλλά το ερώτημα παραμένει.

 

Πώς ζητάμε από ένα παιδί να ζει με τις υποχρεώσεις ενός επαγγελματία, όταν εμείς του προσφέρουμε τις συνθήκες ενός ερασιτέχνη;

 

Και, κυρίως, πώς περιμένουμε να συνεχίσει να το κάνει για χρόνια;

 

Η αγάπη για τη φανέλα δεν πληρώνει τη ζωή.

 

Ας μην παρεξηγηθώ.

 

Πιστεύω στην αγάπη για το μπάσκετ.

 

Πιστεύω στην προσπάθεια χωρίς αντάλλαγμα, στην ομαδικότητα, στη χαρά του παιχνιδιού.

 

Δεν πιστεύω ότι κάθε παιδί πρέπει να πληρώνεται για να παίξει.

 

Όμως άλλο πράγμα η αγάπη για το άθλημα και άλλο η πραγματικότητα της ζωής.

 

Το παιδί που δουλεύει το απόγευμα και χάνει μια προπόνηση δεν είναι απαραίτητα αδιάφορο.

 

Το παιδί που σταματά το μπάσκετ στα 19 του για να βρει δουλειά δεν είναι απαραίτητα λιγότερο αφοσιωμένο.

 

Το παιδί που επιλέγει τις σπουδές του δεν προδίδει την ομάδα.

 

Μπορεί απλώς να προσπαθεί να χτίσει το μέλλον του.

 

Και εμείς;

 

Έχουμε δημιουργήσει τις συνθήκες για να μπορεί να κάνει και τα δύο;

 

Ή του ζητάμε να διαλέξει;

 

Μήπως, αντί να αναρωτιόμαστε μόνο γιατί ένα παιδί δεν ήρθε στην προπόνηση,

πρέπει πρώτα να αναρωτηθούμε τι χρειάζεται για να μπορεί να έρχεται;

 

Αυτό δεν καταργεί την πειθαρχία.

 

Δεν σημαίνει ότι κάθε απουσία δικαιολογείται.

 

Σημαίνει ότι η πειθαρχία πρέπει να συνοδεύεται από κατανόηση, ξεκάθαρους κανόνες και πραγματική υποστήριξη.

 

Δεν μπορούμε να απαιτούμε επαγγελματική συνέπεια και να προσφέρουμε μόνο ερασιτεχνικές υποσχέσεις.

 

Και οι γονείς; Μέχρι πότε;

 

Υπάρχει και μια άλλη πραγματικότητα.

 

Οι γονείς.

 

Από την πρώτη μέρα που ένα παιδί μπαίνει σε μια ακαδημία, η οικογένεια βρίσκεται πίσω του.

 

Συνδρομές. Μετακινήσεις. Εξοπλισμός. Ταξίδια. Αναμονή έξω από γήπεδα. Χρόνος από τη δουλειά και την προσωπική ζωή.

 

Και όταν το παιδί γίνεται 18, 19 ή 20 χρονών;

 

Πολλές φορές η οικογένεια συνεχίζει να πληρώνει.

 

Γιατί το παιδί θέλει να συνεχίσει το μπάσκετ, αλλά δεν μπορεί ακόμη να στηρίξει οικονομικά τον εαυτό του.

 

Δεν πρέπει κάποια στιγμή να αλλάξει αυτό;

 

Δεν πρέπει ένας σύλλογος να μπορεί να προσφέρει περισσότερα σε έναν νέο άνθρωπο που συνεχίζει να αγωνίζεται;

 

Όχι απαραίτητα έναν μεγάλο μισθό.

 

Αλλά μια ουσιαστική στήριξη.

 

Στα έξοδα. Στις μετακινήσεις. Στη διατροφή. Στις σπουδές. Στην αναζήτηση εργασίας.

 

Ακόμη και στη σύνδεσή του με επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να του προσφέρουν πραγματικές επαγγελματικές ευκαιρίες.

 

Μήπως η μεγαλύτερη επιτυχία ενός συλλόγου δεν είναι μόνο να αναδείξει έναν αθλητή, αλλά να βοηθήσει έναν νέο άνθρωπο να σταθεί στα πόδια του;

 

Η περίπτωση της Αναγέννησης Λιτοχώρου.

 

Αυτή την εβδομάδα είδαμε μια εικόνα που αξίζει περισσότερο προβληματισμό από οποιοδήποτε αποτέλεσμα.

 

Πέντε παιδιά της Αναγέννησης Λιτοχώρου σε έναν αγώνα παιδικού πρωταθλήματος.

 

Πέντε.

 

Μια ομάδα που πέρυσι έκανε σημαντικά βήματα μπροστά, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες, βρίσκεται σήμερα μπροστά σε μια δύσκολη πραγματικότητα.

 

Κάποια παιδιά επέλεξαν να συνεχίσουν αλλού.

 

Δεν τα κατηγορώ.

 

Ούτε τις οικογένειές τους.

 

Υπάρχουν φιλοδοξίες, πανελλήνια πρωταθλήματα, μόρια, αγωνιστικές ευκαιρίες.

 

Απόλυτα σεβαστά όλα αυτά.

 

Αλλά ας κοιτάξουμε τη μεγαλύτερη εικόνα.

 

Σε πόσες περιοχές της Ελλάδας δύο ή τρεις ομάδες συγκεντρώνουν σχεδόν όλα τα παιδιά μιας ηλικίας;

 

Και πόσες άλλες ομάδες παλεύουν να συμπληρώσουν πεντάδα;

 

Μετά βλέπουμε μεγάλες διαφορές πόντων.

 

Βλέπουμε πρωταθλητές.

 

Βλέπουμε επιτυχίες.

 

Αλλά τι συμβαίνει με τα παιδιά που μένουν πίσω;

 

Με τις ομάδες που αποδυναμώνονται;

 

Με τις περιοχές που χάνουν σιγά σιγά τις δικές τους μπασκετικές διαδρομές;

 

Το αναπτυξιακό μπάσκετ δεν μπορεί να αξιολογείται μόνο από το ποιος σηκώνει το κύπελλο. Πρέπει να αξιολογείται και από το πόσα παιδιά κρατά μέσα στα γήπεδα.

 

Η Αναγέννηση Λιτοχώρου, για μένα, έχει προοπτική.

 

Θέλω να συμβάλω ώστε κάποια στιγμή να γίνει ένα σωματείο-πρότυπο.

 

Με ακαδημίες, με συνέχεια, με διαδρομή από τα παιδικά τμήματα μέχρι την ανδρική ομάδα.

 

Με πραγματικές ευκαιρίες για τα παιδιά του τόπου.

 

Αλλά για να γίνει αυτό, δεν αρκεί η δική μου τρέλα.

 

Χρειάζεται σχέδιο. Άνθρωποι. Χρόνος. Και χρήματα.

 

Δεν χρειαζόμαστε ελεημοσύνες. Χρειαζόμαστε συνεργασίες.

 

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη ευθύνη των διοικήσεων.

 

Δεν μπορεί η οικονομική λειτουργία ενός συλλόγου να εξαρτάται από το αν κάποιος θα δώσει σήμερα 100 ευρώ, αν ένας φίλος θα βοηθήσει αύριο ή αν ο πρόεδρος θα πληρώσει την επόμενη μετακίνηση.

 

Δεν υποτιμώ ούτε το ένα ευρώ που προσφέρει κάποιος.

 

Κάθε προσφορά έχει αξία.

 

Αλλά άλλο πράγμα η προσφορά και άλλο η οργανωμένη χρηματοδότηση.

 

Δεν θέλω να αναζητούμε ανθρώπους που θα καλύπτουν τις τρύπες μας. Θέλω να δημιουργούμε συνεργασίες με ανθρώπους και επιχειρήσεις που θα βλέπουν αξία σε αυτό που χτίζουμε.

 

Ένα πραγματικό χορηγικό πρόγραμμα.

 

Με συγκεκριμένους στόχους.

 

Με ξεκάθαρα οικονομικά δεδομένα.

 

Με συμφωνημένες υποχρεώσεις.

 

Με προβολή και ανταποδοτικότητα για τον χορηγό.

 

Με απολογισμό για το πού αξιοποιήθηκαν τα χρήματα.

 

Και με διάρκεια.

 

Όχι μόνο για τον επόμενο μήνα.

 

Για ολόκληρη την αγωνιστική περίοδο. Και, όπου είναι δυνατόν, για περισσότερα χρόνια.

 

Μια τοπική επιχείρηση να μπορεί να στηρίζει ένα αναπτυξιακό τμήμα.

 

Μια μεγαλύτερη εταιρεία να μπορεί να συνδέσει το όνομά της με ένα πρόγραμμα νέων αθλητών.

 

Ένας επαγγελματίας να μπορεί να προσφέρει μια θέση εργασίας ή μια ευκαιρία πρακτικής άσκησης.

 

Μια επιχείρηση να γνωρίζει ότι δεν προσφέρει απλώς χρήματα για έναν αγώνα.

 

Συμμετέχει στη δημιουργία ευκαιριών για νέους ανθρώπους.

 

Αυτό είναι πραγματική ανταποδοτικότητα.

 

Και αυτό οφείλουμε να μάθουμε να το παρουσιάζουμε καλύτερα.

 

Η τοπική αυτοδιοίκηση, οι Ενώσεις, η Ομοσπονδία.

 

Δεν μπορούμε να ζητάμε από τις ομάδες να ανεβαίνουν επίπεδο και να αφήνουμε όλο το βάρος στους ίδιους ανθρώπους.

 

Χρειαζόμαστε την τοπική αυτοδιοίκηση.

 

Στις εγκαταστάσεις.

 

Στη συντήρηση των γηπέδων.

 

Στις μετακινήσεις.

 

Στη δημιουργία καλύτερων συνθηκών για τα παιδιά και τους αθλητές.

 

Χρειαζόμαστε τις Ενώσεις.

 

Όχι μόνο για να οργανώνουν πρωταθλήματα, αλλά και για να εξετάζουν τι συμβαίνει πραγματικά με το αναπτυξιακό μπάσκετ.

 

Πόσες ομάδες συμμετέχουν;

 

Πόσα παιδιά συνεχίζουν;

 

Πόσα εγκαταλείπουν;

 

Πόσες περιοχές δυσκολεύονται να διατηρήσουν αναπτυξιακά τμήματα;

 

Χρειαζόμαστε και την Ομοσπονδία.

 

Με ουσιαστικές πρωτοβουλίες, προγράμματα υποστήριξης και μια συνολική συζήτηση για το μέλλον των σωματείων.

 

Και φυσικά χρειαζόμαστε τις μεγάλες επιχειρήσεις.

 

Γιατί το μπάσκετ δεν είναι μόνο μια αγωνιστική δραστηριότητα.

 

Είναι μια κοινωνική επένδυση.

 

Όμως δεν θέλω να μεταφέρουμε όλη την ευθύνη στους άλλους.

 

Πριν ζητήσουμε καλύτερη υποστήριξη, πρέπει πρώτα εμείς οι διοικήσεις να παρουσιάσουμε καλύτερα σχέδια.

 

Να ξέρουμε τι ζητάμε.

 

Γιατί το ζητάμε.

 

Τι μπορούμε να προσφέρουμε.

 

Και πώς θα αξιοποιήσουμε όσα μας εμπιστευτούν.

 

Και κάτι ακόμη: η φροντίδα δεν είναι πολυτέλεια.

 

Αυτή την εβδομάδα σκέφτηκα πολύ και κάτι φαινομενικά μικρό.

 

Τι σημαίνει να οργανώνεις μια εκτός έδρας αποστολή;

 

Να ταξιδεύει η ομάδα μαζί.

 

Να υπάρχει πρόβλεψη για το φαγητό πριν και μετά τον αγώνα.

 

Να έχουν οι αθλητές τις κατάλληλες συνθήκες.

 

Να μπορείς ακόμη και να τους ρωτήσεις τι θα ήθελαν να φάνε μετά.

 

Κάποιοι μπορεί να τα θεωρούν λεπτομέρειες.

 

Εγώ όχι.

 

Η φροντίδα δεν κάνει μια ομάδα λιγότερο σοβαρή. Της επιτρέπει να είναι πιο σοβαρή.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργούνται οι απαιτήσεις.

 

Οι προπονητές έχουν την ευθύνη της προετοιμασίας, της πειθαρχίας και της αγωνιστικής λειτουργίας.

 

Οι αθλητές έχουν την ευθύνη της προσπάθειας και της συνέπειας.

 

Και η διοίκηση έχει την ευθύνη να δημιουργεί τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.

 

Όλοι έχουμε ρόλο.

 

Και κανείς δεν μπορεί να ζητά διαρκώς από τους άλλους περισσότερα, χωρίς να εξετάζει τι προσφέρει ο ίδιος.

 

Τι θέλω τελικά να χτίσουμε;

 

Δεν θέλω ο Πρωτέας να είναι απλώς ένα σωματείο που συμμετέχει σε πρωταθλήματα.

 

Δεν θέλω ο Όλυμπος να μετρά μόνο νίκες και ανόδους.

 

Δεν θέλω η Αναγέννηση Λιτοχώρου να αγωνίζεται απλώς για να επιβιώσει.

 

Θέλω οργανισμούς που θα δημιουργούν ευκαιρίες.

 

Που θα έχουν οικονομική βάση.

 

Που θα στηρίζουν τους προπονητές τους.

 

Που θα σέβονται τους αθλητές τους.

 

Που θα συνεργάζονται με τις οικογένειες.

 

Που θα δίνουν προοπτική στα παιδιά.

 

Που θα μπορούν να συνεχίσουν να λειτουργούν και όταν αλλάξουν οι άνθρωποι που βρίσκονται στη διοίκησή τους.

 

Και πάνω απ' όλα, θέλω να μπορούν να λένε σε ένα παιδί 18 χρονών:

 

«Δεν σου ζητάμε να διαλέξεις ανάμεσα στο μπάσκετ και στη ζωή σου. Θέλουμε να σε βοηθήσουμε να προχωρήσεις και στα δύο».

 

Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουμε όλα.

 

Ξέρω ότι δεν θα γίνουν από τη μια μέρα στην άλλη.

 

Ξέρω επίσης ότι χρειάζεται να αλλάξω κι εγώ αρκετά στον τρόπο που οργανώνω και αντιμετωπίζω αυτές τις προσπάθειες.

 

Αλλά ένα πράγμα το ξέρω σίγουρα.

 

Η λύση δεν είναι να σταματήσουμε να ονειρευόμαστε.

 

Είναι να σταματήσουμε να πιστεύουμε ότι τα όνειρα μπορούν να στηρίζονται για πάντα στις προσωπικές θυσίες λίγων ανθρώπων.

 

Έχουμε την τρέλα. Έχουμε τις φιλοδοξίες. Έχουμε τα παιδιά.

 

Τώρα πρέπει να χτίσουμε και το σύστημα που θα μπορεί να τα στηρίζει.

 

Γιατί στο τέλος δεν θα έχει σημασία μόνο πόσους αγώνες κερδίσαμε.

 

Θα έχει σημασία πόσα παιδιά δεν αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το μπάσκετ.

 

Πόσες οικογένειες καταφέραμε να ελαφρύνουμε.

 

Πόσους νέους ανθρώπους βοηθήσαμε να προχωρήσουν.

 

Και πόσα σωματεία αφήσαμε πιο δυνατά από ό,τι τα βρήκαμε.

 

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πόσο κοστίζει να κρατήσουμε μια ομάδα ζωντανή.

 

Είναι πόσο μας κοστίζει, ως κοινωνία, όταν δεν καταφέρνουμε να κρατήσουμε τα παιδιά μας μέσα στον αθλητισμό.

 

Αυτό είναι το μπάσκετ που θέλω να υπηρετώ.

 

Και από εδώ και πέρα, αυτό θέλω να προσπαθήσουμε να αλλάξουμε.

 

Όχι στα λόγια.

 

Στην πράξη.

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια