Κιουμουρτζόγλου, Σταυρόπουλος, Ρωμανίδης Βασιλακόπουλος και Παρίσης μιλούν για την επέτειο του 1987

Ο συνεργάτης του αείμνηστου Κώστα Πολίτη στην Εθνική του 1987, και μετέπειτα πρώτος προπονητής της, Ευθύμης Κιουμουρτζόγλου και οι παίκτες της ομάδας, Νίκος Σταυρόπουλος και Μιχάλης Ρωμανίδης, μίλησαν στο ΕΟΚ WebRadio και την εκπομπή «Αμεσο ριπλέι» με την Ελενα Βογιατζή και τον Γιώργο Βαλαβάνη για τις μνήμες του θριάμβου.

 

Κιουμουρτζόγλου: «Οι αθλητές κατέκτησαν το τουρνουά με μηδενικές ώρες ύπνου»

 

Ο πρώην Ομοσπονδιακός προπονητής και μέλος του τεχνικού team της Εθνικής ομάδας του 1987, Ευθύμης Κιουμουρτζόγλου, έκανε τη δική του παρέμβαση στην εκπομπή του ΕΟΚ WebRadio «Άμεσο ριπλέι» με την Έλενα Βογιατζή και το Γιώργο Βαλαβάνη. Αναλυτικά είπε:

 

Για το σχεδιασμό τότε σχετικά με τις επιτυχίες:

 

«Γεγονός ήταν ότι υπήρχε μια προσπάθεια να φτιάξουν τα πράγματα. Δεν είχαμε τόσο μεγάλες παρουσίες πριν, είχαμε μια 10η στο παγκόσμιο πριν το 1986, μια ένδειξη ότι έχουμε κάποιες δυνατότητες. Το 1987 ξεκινήσαμε γι’ αυτό το αποτέλεσμα, κοιτάζαμε αν πλασαριστούμε στον επόμενο γύρο. Όμως τρώγοντας έρχεται η όρεξη, εκτός των άλλων και η απόδοση των παικτών ήταν καταπληκτική, ενώ και η συμπαράσταση του κόσμου δε νομίζω ότι γίνεται να ξανασυμβεί. Το πρώτο ήταν το μπάσκετ το ’87, που αποδεικνύεται και απ’ τη συνεχή αναφορά όλων σε αυτό ότι έχει μείνει μέσα στη μνήμη όσων είναι πάνω από 40 χρονών».

 

Για τις μηδενικές ώρες ύπνου των αθλητών τότε:

 

«Αν κάνουμε ένα ελαφρύ flashback, αυτό που γινόταν τότε είναι αδύνατον να ξανασυμβεί, όπως επίσης είναι αδύνατον να καταλάβουμε πώς αυτοί οι αθλητές άντεξαν να βγάλουν αυτό το τουρνουά με σούπερ ελάχιστες ώρες ύπνου. Ξεκινώντας απ’ το ξενοδοχείο θέλαμε πάνω από 2 ώρες να φτάσουμε επειδή ήταν γεμάτος ο δρόμος από κόσμος. Είχαν τύχει και φορές που η ομάδα δε μπορούσε μετά τους πανηγυρισμούς να μπει όλη μες στα πούλμαν να γυρίσει πίσω. Θυμάμαι περιπτώσεις άλλοι να γυρνούν με περιπολικά, ο καθένας ξεχωριστά, να πηγαίναμε στο ξενοδοχείο στις 2, να τρώγαμε κάτι και να ξυπνάμε νωρίς νωρίς να πάμε στην προπόνηση».

 

Για το τι σκέφτηκε όταν ανέλαβε την Εθνική ως πρωταθλήτρια Ευρώπης:

 

«Είχε προηγηθεί να πάρω την Εθνική ομάδα. Πήγα στον Κώστα Πολίτη, που είναι τρομερός προπονητής, και τους είπα πώς γίνεται, πώς λειτουργεί και έληξε εκεί το θέμα. Τη 2η φορά που με φώναξαν κάτω, ο τότε σύμβουλος Παπακωνσταντίνου είχαμε σύσκεψη, που ήταν ένα τυπικό για την Εθνική ομάδα. Μπήκα στο γραφείο του Βασιλακόπουλου και κλείδωσε την πόρτα, λέγοντάς μου ότι δε θα βγω απ’ το γραφείο αν δεν πω ότι αναλαμβάνω την Εθνική ομάδα συνέχισε λέγοντας: «Δεν ξέρεις τι θα γίνει αν δεν πεις ότι αναλαμβάνεις την ομάδα». Ήταν πολύ έντονα τότε τα μίντια τότε και οι σκέψεις, οι απόψεις και τα λοιπά και έτσι αναγκάστηκα ν’ αναλάβω την Εθνική. Δεν ήταν και πολύ δύσκολα, γιατί με τα παιδιά είχα καλή γνωριμία, καλή σχέση, οι δυνατότητες υπήρχαν. Είχαμε καλή παρουσία στα προκριματικά.».

 

Για το Ευρωμπάσκετ του 1989:

 

«Το ζητούμενο όταν πήγαμε στο Ζάγκρεμπ δεν ήταν το αργυρό μετάλλιο, αλλά το να περάσουμε στους «4». Περάσαμε στους «4», μετά ήρθε και η Σοβιετική Ένωση που ήταν η πιο πλήρης που έχει περάσει ποτέ. Κάναμε μια τρομερή εμφάνιση και πήραμε το αποτέλεσμα. Μετά με εκείνη την Ενωμένη Γιουγκοσλαβία στον τελικό δεν είχαμε ούτε 1 στο εκατομμύριο πιθανότητα να κερδίσουμε. Ουσιαστικά πήραμε το «χρυσό» μετάλλιο, ανάλογα με τις δυνατότητές μας».

 

Σταυρόπουλος: «Ήταν ένα θαύμα που κανείς δεν περίμενε»

 

Ο γκαρντ της Εθνικής ομάδας του 1987 και νυν Υπεύθυνος Αναπτυξιακού Προγράμματος της ΕΟΚ στη Βόρεια Ελλάδα, Νίκος Σταυρόπουλος, έκανε τη δική του παρέμβαση στην εκπομπή του EOK Web Radio «Άμεσο ριπλέι» με την Έλενα Βογιατζή και το Γιώργο Βαλαβάνη. Αναλυτικά είπε:

 

Για την επιτυχία του 1987:

 

«Ήταν ένα θαύμα, κανείς δεν περίμενε ότι θα γίνει κάτι τέτοιο. Όταν το 1986 παίξαμε στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Ισπανίας και βγήκαμε 10οι, σαν παίκτες και ομάδα θαυμάζαμε τους Γιουγκοσλάβους και τους Ρώσους εκείνης της εποχής. Την επόμενη χρονιά ήταν πλάι μας στο βάθρο, αριστερά και δεξιά. Αυτό πραγματικά ήταν ένα θαύμα και αυτό που πραγματικά άφησε εκείνη η μεγάλη επιτυχία ήταν το ν’ ασχοληθούν τα παιδιά με τον αθλητισμό και ειδικότερα με το μπάσκετ, γιατί κάθε παιδί είχε κι από μία μπάλα μπάσκετ».

 

Για το αν άλλαξε τη ζωή τους εκτός μπάσκετ αυτή η επιτυχία:

 

«Την άλλαξε, γίναμε πάρα πολύ αναγνωρίσιμοι, αλλά όλοι μας ήμασταν τόσο ισορροπημένοι σαν άνθρωποι, που αυτό δε μας έκανε κακό, δε μας πήγε σε άλλα «μονοπάτια», αυτά της υπεροψίας, της υπερβολής, της αλαζονείας και νομίζω πως αυτό έδειξε το λόγο που έγινε αυτή η επιτυχία».

 

Για τα δυσκολότερα παιχνίδια:

 

«Κάθε παιχνίδι ήταν δύσκολο, γιατί δεν ξέραμε τι να περιμένουμε, δεν ξέραμε το «ταβάνι» μας. Κυρίως με τους Γιουγκοσλάβους ήταν τα δυσκολότερα, γιατί για να τους κερδίσεις θα ‘πρεπε να κάνεις θαύματα. Εμείς τους κερδίσαμε 2 φορές, κάναμε 2 θαύματα στη σειρά. Το 3ο ήταν με τη Ρωσία».

 

Για τη νίκη μετά απ’ την οποία σκέφτηκαν ότι μπορούν να προχωρήσουν στο τουρνουά:

 

«Το παιχνίδι με τους Γάλλους, που ήταν πάρα πολύ δυνατή ομάδα. Εκεί κάναμε το «κλικ» και αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι είμαστε μια καλή ομάδα. Σκεφτόμασταν πάντως ότι είμαστε ενός επιπέδου, αλλά όχι να φτάσουμε ως την κορυφή».

 

Για το αν υπάρχει ταλέντο στα παιδιά που έχουν δει:

 

«Τ’ αποτελέσματα που ‘χουμε δει είναι ότι υπάρχει υλικό, υπάρχουν παιδιά πάρα πολύ ικανά, ταλαντούχα, κυρίως απ’ την επαρχία, εκεί όπου και θα επικεντρώσουμε λίγο τους στόχους μας. Οι μεγάλες πόλεις ούτως ή άλλως πάντα βγάζουν υλικό, αλλά εμείς έχουμε δει ότι και στην επαρχία υπάρχει πολύ αξιόλογο υλικό, το οποίο και θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε και να βοηθήσουμε, ώστε να φτάσουν τα παιδιά σε επίπεδα Εθνικών ομάδων».

 

Ρωμανίδης: «Όλα τα παιδιά ήταν προσγειωμένα και χαμηλών τόνων»

 

Ο φόργουορντ της Εθνικής ομάδας του 1987, Μιχάλης Ρωμανίδης, «φιλοξενήθηκε» στο EOKWebRadioκαι στην εκπομπή «Άμεσο ριπλέι» με την Έλενα Βογιατζή και το Γιώργο Βαλαβάνη. Αναλυτικά είπε:

 

Για το πόσο άλλαξε τη ζωή τους η επιτυχία του 1987:

 

«Σίγουρα άλλαξε κατά πολύ τη ζωή μας. Όλο αυτό το «κύμα» αγάπης είναι κάτι που εξακολουθεί να υπάρχει. Μας έδωσε να καταλάβουμε ότι έχουμε δυνατότητες, ότι μπορούμε να καταφέρουμε πολύ περισσότερα πράγματα, να πιστεύουμε περισσότερο στον εαυτό μας. Μια χώρα σαν την Ελλάδα κατάφερε να κερδίσει τους «γίγαντες». Μας βοήθησε σε πάρα πολλούς τομείς και για την υπόλοιπή μας ζωή και με αυτά τα λίγα που κερδίσαμε που ήταν σημαντικά για ‘μας».

 

Για τον χαρακτήρα των παικτών της ομάδας:

 

«Όλα τα παιδιά ήταν χαμηλών τόνων, ασχέτως αν είχε παίκτες τεράστιου επιπέδου και αναγνωρίσιμους πανευρωπαϊκά. Όλοι ήταν χαμηλών τόνων και τον ίδιο χαρακτήρα κράτησαν και τα επόμενα χρόνια. Νομίζω ότι αυτό που κράτησαν τα παιδιά ήταν πάρα πολύ σημαντικό και αυτό αγάπησε ο κόσμος ακόμη περισσότερο απ’ αυτήν την ομάδα. Κανένας δεν είχε τουπέ ή ύφος, όλοι ήταν προσγειωμένοι και έτσι παρέμειναν όλα αυτά τα χρόνια».

 

Βασιλακόπουλος: «Ετσι μας ανατέθηκε η διοργάνωση»

Ο… εμπνευστής της ανάληψης από την Ελλάδα του Ευρωμπάσκετ 1987 και επί σειρά ετών πρόεδρος της ΕΟΚ Γιώργος Βασιλακόπουλος «φιλοξενήθηκε» στο ΕΟΚ WebRadio και ανέφερε τις δικές του ξεχωριστές ιστορίες από την αλησμόνητη διοργάνωση. Αναλυτικά είπε:

 

Για το πώς του ανατέθηκε η διοργάνωση του Ευρωμπάσκετ 1987:

 

«Το 1982, όταν ήμασταν ακόμα η νέα διοίκηση, σκέφτηκα ότι έπρεπε να βάλουμε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα μπροστά, το λεγόμενο τότε αναπτυξιακό. Ένας απ’ τους στόχους του ήταν να κάνουμε μεγάλες διοργανώσεις στην Ελλάδα για να μπορέσουμε να το λαϊκοποιήσουμε περισσότερο το άθλημα. Έτσι βάλαμε πλώρη μετά από κάποια χρόνια να οργανώσουμε κάτι πολύ μεγάλο, το οποίο για την Ευρώπη τότε ήταν το Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Νωρίτερα είχαμε πάρει την οργάνωση της διάσκεψης του ευρωπαϊκού και παγκοσμίου μπάσκετ, το 1985. Πρόεδρος τότε στη FIBA ήταν ο Κοζλόφσκι και γραμματέας ο Μπόρισλαβ Στάνκοβιτς. Εκεί λοιπόν σκεφτήκαμε να ζητήσουμε κάποια μεγάλη διοργάνωση. Σκεφτόμουν πάντα να οργανώσουμε κάτι πολύ μεγάλο για να κάνουμε το «μπαμ» εδώ στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Με ελληνική πονηριά, λοιπόν, σκεφτήκαμε να πάμε μια βόλτα τον Κοζλόφ και τον Στάνκοβιτς και πήγαμε στο Δουράμπεη, που ακριβώς απέναντι ετοιμαζόταν το σημερινό «ΣΕΦ». Ζήτησα στο Δουράμπεη να φτιάξει ένα τραπέζι που θα ‘χει θέα το υπό ανέγερση τότε «ΣΕΦ». Κάτσαμε εκεί ένα μεσημέρι και αργότερα πήγαμε στο γήπεδο, το είδαν και τρελάθηκαν. Μας είπαν ότι έπρεπε να κάνουμε κάποιο παιχνίδι νωρίτερα και διοργανώσουμε τον αγώνα για το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ρεάλ – Tσιμπόνα το 1985. Πήγαμε πολύ καλά σ’ αυτό το test event και έτσι προχωρήσαμε στο να μας αναθέσουν το πανευρωπαϊκό του 1987».

 

Για το «δέσιμο» της ομάδας:

 

«Η ομάδα είχε ξεκινήσει να προετοιμάζεται τουλάχιστον 1 χρόνο πριν. Είχαμε κάποια προβλήματα, διότι τότε μεσουρανούσε ο μεγάλος Γκάλης, ο οποίος είχε μια ανωτερότητα τεχνική και μπασκετική και όλοι έψαχναν τρόπο να «δέσουν» τους υπολοίπους παίκτες με το Νίκο Γκάλη. Πράγματι το πετύχαμε αυτό, ήταν και η συμβολή του προπονητή τότε του Κώστα Πολίτη, ο οποίος δούλεψε πάρα πολύ στο να πετύχουμε αυτήν την ενότητα και να «δέσουμε» τους δύο μεγάλους παίκτες, τον Γκάλη και το Γιαννάκη, οι οποίοι είχε τύχει να είχαν βρεθεί πιο πριν στον Άρη και είχαν αρχίσει να «δένονται» και μεταξύ τους».

 

Για τη Μελίνα Μερκούρη:

 

«Στον ημιτελικό ήταν εκεί παρούσα η Μελίνα Μερκούρη και μου ζήτησε να πάμε στ’ αποδυτήρια να δει τους παίκτες. Την πήγα, είδε τους παίκτες, τους χαιρέτησε έναν-έναν και βγαίνοντας προς τα έξω βλέπουμε τους Γιουγκοσλάβους να έχουν βγει στο διάδρομο.

 

Παρίσης: «Η νίκη στην 3η παράταση επί της Γαλλίας ήταν το πιο σπουδαίο στην επιτυχία του 1987»

 

Μια διαφορετική οπτική του όρου «επιτυχία»…. πριν τον θρίαμβο, έδωσε ο γιατρός της Εθνικής το 1987 (αλλά και πολλά χρόνια ακόμα), Κώστας Παρίσης

 

Για τη σημαντικότερη στιγμής της επιτυχίας του 1987:

 

«Το πιο σπουδαίο στην ιστορία της συμμετοχής μας και της διάκρισής μας στο πανευρωπαϊκό ήταν η νίκη κόντρα της Γαλλίας στο Εκεντρεβίλ ύστερα από 3 παρατάσεις. Αν χάναμε δε θα προκρινόμασταν στο πανευρωπαϊκό, εκείνη η νίκη μάς έδωσε τη δυνατότητα να συμμετάσχουμε εκεί».

 

Για τη στήριξη του κόσμου:

 

«Δεν περιμέναμε αυτήν τη συμμετοχή του κόσμου, ήταν συγκινητική, τη θυμάμαι μέχρι και σήμερα. Στο δρόμο προς το γήπεδο με το πούλμαν, καθ’ όλη τη διαδρομή μας προς το γήπεδο τα γκαρσόν και οι υπάλληλοι εστίασης απ’ τα μαγαζιά από ‘κει που περνούσαμε παραλιακά, ήξεραν πότε θα περάσουμε και έβγαιναν έξω και μας χαιρετούσαν».

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια